Η ΑΝΑΓΚΗ ΕΠΑΝΑΚΑΘΟΡΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΜΕΤΑΘΕΣΕΩΝ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ

Η ΑΝΑΓΚΗ ΕΠΑΝΑΚΑΘΟΡΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΜΕΤΑΘΕΣΕΩΝ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ

Κάθε χρόνο για χιλιάδες εκπαιδευτικούς οι μεταθέσεις αποτελούν τη μοναδική ελπίδα ώστε να μπορέσουν να πλησιάσουν ή ακόμη και να επιστρέψουν στον τόπο συμφερόντων τους. Με αυτή την επιδίωξη άλλωστε επιλέγονται υπηρετήσεις σε απομακρυσμένες περιοχές και δυσπρόσιτα σχολεία, μακριά από οικογένειες και οικείους. Η επιβράβευση έρχεται όταν με την πάροδο κάποιων ετών έχει αποκτηθεί επαρκής αριθμός μορίων υπηρεσίας, ικανά να εξασφαλίσουν τη μετάθεση.

Το σύστημα των μεταθέσεων όμως εξαρτάται και επηρεάζεται από δύο κυρίως παραμέτρους. Η πρώτη παράμετρος προσδιορίζεται από κριτήρια που μεταφράζονται σε μόρια μετάθεσης. Η δεύτερη παράμετρος εξαρτάται από τις ανάγκες της κάθε περιοχής σε εκπαιδευτικό προσωπικό ανά ειδικότητα και κλάδο.

Στην πρώτη περίπτωση τα κριτήρια είναι αντικειμενικά και μετρήσιμα. Μόρια με-τάθεσης αποκτά κάποιος ανάλογα με τα έτη υπηρεσίας, τα μόρια δυσμενών συνθηκών των σχολείων που υπηρέτησε και από κοινωνικά κριτήρια (γάμος, τέκνα, εντοπιότητα..). Όλα αυτά τα μόρια αθροίζονται , ανακοινώνονται και ορίζουν την κατάταξη των εκπαιδευτικών σε σχετικούς πίνακες. Με την ανακοίνωση των μεταθέσεων είναι πολύ εύκολο να ελέγξει κάποιος τα μόρια που συγκέντρωσε, να προγραμματίσει τις νέες του επιλογές, ή ακόμη και να κινήσει τις κατάλληλες διαδικασίες στην περίπτωση που έχει στερηθεί με κάποιο τρόπο το δικαίωμα μετάθεσης.

Ο αριθμός των εκπαιδευτικών όμως που τελικά θα μετατεθούν, εξαρτάται από τις ανάγκες της περιοχής σε εκπαιδευτικό προσωπικό, όπως αυτές έχουν δηλωθεί και εγκριθεί από το Υπουργείο. Έτσι εάν σε κάποια περιοχή επί σειρά ετών δεν δηλώνονται ανάγκες σε ορισμένες ειδικότητες ή εάν δεν εγκρίνονται οι ανάγκες που δηλώνονται, τότε σε αυτήν την περιοχή δεν μπορεί να γίνει μετάθεση προσωπικού, ανεξάρτητα από το σύνολο των μορίων μετάθεσης που συγκεντρώνουν οι υποψήφιοι.

Η καταγραφή των αναγκών σε εκπαιδευτικό προσωπικό γίνεται στα πλαίσια προ-γραμματισμού του επόμενου σχολικού έτους. Αφού γίνει καταγραφή του αναμενόμενου μαθητικού δυναμικού, ελέγχεται η διαθεσιμότητα και επάρκεια των εκπαιδευτικών ανά κλάδο. Η όλη διαδικασία αφορά στην καταγραφή των κενών και πλεονασμάτων σε εκπαιδευτικό προσωπικό της κάθε περιοχής. Δυστυχώς αν και υπάρχουν στοιχεία που μπορούν να μετρηθούν σχετικά εύκολα, όπως το ωράριο των εκπαιδευτικών σε συνδυασμό με τις αναθέσεις μαθημάτων, εντούτοις στο συγκεκριμένο πεδίο είναι δυνατό να υπεισέλθουν καθοριστικής σημασίας αλλοιώσεις.

Στα πλαίσια του προγραμματισμού της επόμενης σχολικής χρονιάς χρειάζεται να γίνει πρόβλεψη για τον αριθμό των μαθητών που θα φοιτήσει σε κάθε τάξη και τύπο σχολείου, ώστε να εξαχθούν και τα συνολικά συμπεράσματα για την ευρύτερη περιοχή. Το ζήτημα της πρόβλεψης όμως, ανεξάρτητα από τις ικανότητες που χρειάζεται να επιδείξουν όσοι συλλέγουν και ερμηνεύουν τα σχετικά στοιχεία, περιέχει από μόνο το και ένα μεγάλο ενδεχόμενο σφαλμάτων. Μάλλον είναι αρκετά δύσκολο να τεκμηριωθούν οι σχετικές προβλέψεις όταν ακόμη δεν έχουν ερωτηθεί οι μαθητές για το εάν θα συνεχίσουν σπουδές σε Γενικό ή Επαγγελματικό Λύκειο, για τα μαθήματα επιλογής ή ξένης γλώσσας που θα επιλέξουν, ακόμη και για την κατεύθυνση ή την ειδικότητα που θα ακολουθήσουν.

Εάν δεχθούμε ότι υπάρχει η σχετική δυσκολία σε αυτό το ζήτημα, τότε γίνεται υ-παρκτό το ενδεχόμενο, βάσει εσφαλμένων προβλέψεων και εκτιμήσεων, να δοθούν ε-σφαλμένα στοιχεία για τα κενά και πλεονάσματα σε εκπαιδευτικό προσωπικό. Σε αντιδιαστολή λοιπόν με τη μοριοδότηση των εκπαιδευτικών βάσει διακριτών και μετρήσιμων κριτηρίων, το πεδίο της καταγραφής και της πρόβλεψης των αναγκών σε εκπαιδευτικό προσωπικό παραμένει ασαφές, επιρρεπές σε σφάλματα, ενώ η απόκρυψη όλων των σχετικών στοιχείων το καθιστά μάλλον και έντονα αμφισβητήσιμο.

Αξιοσημείωτα συμπεράσματα αναδεικνύονται από μία σχετικά απλή ανάλυση των στοιχείων, στις μεταθέσεις εκπαιδευτικών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης της τρέχουσας χρονιάς. Σύμφωνα με τα κοινοποιηθέντα στοιχεία από το Υπουργείο Παιδείας Δ.Β.Μ.Θ. κατατέθηκαν 14.865 αιτήσεις μεταθέσεων και ικανοποιήθηκαν 2.436 εκπαιδευτικοί. Εντύπωση όμως προκαλεί το πλήθος των μετατιθέμενων εκπαιδευτικών προς το νομό Πιερίας.

Σε ένα σχετικά μέτριο σε γεωγραφικά και πληθυσμιακά δεδομένα νομό, μετατέθηκαν 184 εκπαιδευτικοί. Δηλαδή το 7.5% των μεταθέσεων που έγιναν σε ολόκληρη τη χώρα κατέληξε στο νομό Πιερίας. Ο συγκεκριμένος αριθμός είναι κατά πολύ μεγαλύτερος από μεταθέσεις σε άλλους νομούς ίδιου μεγέθους και μαθητικού δυναμικού, αλλά και μεγαλύτερος από πολύ ευρύτερες περιοχές όπως της Αχαΐας (91 μεταθέσεις) ή της Λάρισας (181 μεταθέσεις). Αριθμητικά οι μόνες περιοχές της Ελλάδας στις οποίες εγκρίθηκαν περισσότερες μεταθέσεις είναι στο νομό Θεσσαλονίκης (321) και στο νομό Αττικής (419).

Συνδυάζοντας τα παραπάνω στοιχεία με τα στατιστικά δεδομένα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για την Πιερία, όπου το σχολικό έτος 2008-2009 είχαν καταγραφεί 1.155 εκπαιδευτικοί, προβάλλεται και μία άλλη παράμετρος. Ο αριθμός των εκπαιδευτικών μετά την οικονομική κρίση, την αύξηση των συνταξιοδοτήσεων και την ελαχιστοποίηση διορισμών, αναμένεται να είναι σήμερα κατά πολύ μικρότερος. Εάν λοιπόν υπάρξουν εφέτος 184 μεταβολές στο υπάρχον εκπαιδευτικό προσωπικό της περιοχής, δηλαδή σχεδόν ένας νεοφερμένος για κάθε 6 υπηρετούντες εκπαιδευτικούς, τότε μάλλον αναφερόμαστε σε μία ραγδαία μεταβολή στον χώρο της εκπαίδευσης της συγκεκριμένης περιοχής. Και μάλλον θα πρέπει να ανησυχούμε για το κατά πόσο υπάρχουν δομές και μηχανισμοί που θα βοηθήσουν στην ομαλή ένταξη όλου αυτού του πλήθους εκπαιδευτικών στη σχολική κοινότητα. Για το πώς δηλαδή θα μπορέσουν να λειτουργήσουν ομαλά και αποτελεσματικά σχολεία και σύλλογοι διδασκόντων, όταν η πλειοψηφία αποτελείται από νέους στο σχολείο εκπαιδευτικούς που αγνοούν τις κοινωνικές ιδιαιτερότητες και τις παραδόσεις της περιοχής και του σχολείου.

Σε κάθε περίπτωση χρειάζεται να διευκρινιστεί ότι είναι πιθανό να παρατηρούνται απότομες μεταβολές στις ανάγκες εκπαιδευτικού προσωπικού, καθώς αυτές οι ανάγκες επηρεάζονται άμεσα από αρκετούς παράγοντες. Η συγκεκριμένη περίπτωση θα μπορούσε κάλλιστα να αιτιολογηθεί με τη ραγδαία αύξηση του μαθητικού δυναμικού, τη μαζική συνταξιοδότηση εκπαιδευτικών, τις μετακινήσεις εκπαιδευτικών προς άλλες περιοχές μεταθέσεων ή και από συνδυασμό όλων αυτών.

Δεν είναι όμως απίθανο, στην περίπτωση που έχουν υπάρξει λανθασμένες εκτιμήσεις, η επιτυχία μίας μετάθεσης να μετατραπεί πολύ σύντομα σε αγωνία για ένα αβέβαιο επαγγελματικό μέλλον, το οποίο θα επηρεάσει μάλιστα πολύ περισσότερους εκπαιδευτικούς της περιοχής. Ένα μεγάλο μέρος των εκπαιδευτικών είναι λογικό να παραμένει επί σειρά ετών στη διάθεση της υπηρεσίας χωρίς να υπάρχει προοπτική απόκτησης ή υπηρέτησης της οργανικής θέσης. Η μή υπηρέτηση όμως της οργανικής θέσης, αποκλείει το ενδεχόμενο νέας μετάθεσης. Δεν θα πρέπει δηλαδή να αποκλείουμε το γεγονός, αρκετοί εκπαιδευτικοί να παραμένουν εγκλωβισμένοι σε αυτήν την περιοχή επί σειρά ετών, χωρίς δικαίωμα νέας μετάθεσης και επιστροφής στην περιοχής τους. Και αντίστοιχα τα επόμενα χρόνια είναι πιθανό σε αρκετές ειδικότητες να μην γίνουν μεταθέσεις προς αυτήν την περιοχή, διατηρώντας αυτήν την φορά τους κατοίκους της ίδιας της περιοχής μακριά από αυτήν.

Αλλά και με όσους έχουν συμφέροντα στην περιοχή και δεν ενδιαφέρονται για άλλες μεταθέσεις, η επιτυχία της μετάθεσής τους ίσως να χρειάζεται μία πιο προσεκτική ανάλυση. Στις διατάξεις του άρθρου 31 του Ν.3848/2010 αναφέρεται ότι εκπαιδευτικοί που πλεονάζουν είναι δυνατό με απόφαση του Περιφερειακού Υπηρεσιακού Συμβουλίου να μετακινηθούν σε άλλες περιοχές του ίδιου Συμβουλίου. Δηλαδή κάποιος με τοποθέτηση στην Πρωτεύουσα του νομού, μπορεί κάλλιστα να διατεθεί σε σχολεία της ευρύτερης περιοχής του νομού και αντίστροφα. Είναι μάλιστα δυνατή ακόμη και η διάθεσή πλεοναζόντων εκπαιδευτικών σε άλλους νομούς της ίδιας εκπαιδευτικής περιφέρειας. Και φυσικά, τέτοιες αποφάσεις διάθεσης μπορούν να ληφθούν ερήμην και χωρίς την πρότερη συγκατάθεση του μετακινούμενου εκπαιδευτικού.

Η συγκεκριμένη παράμετρος μάλιστα θα επηρεάσει αναπόφευκτα και ήδη υπηρετούντες στην περιοχή εκπαιδευτικούς. Η άφιξη μεγάλου αριθμού νεοεισερχόμενων στην περιοχή εκπαιδευτικών, ανατρέπει τη σειρά διεκδίκησης οργανικής θέσης και τοποθέτησης στα σχολεία. Είναι αναμενόμενο λοιπόν τέτοιες ανατροπές στις τοποθετήσεις, να φέρουν και άλλους εκπαιδευτικούς αντιμέτωπους με μία ερήμην μετακίνηση, καθώς πλέον θα είναι αρκετά δύσκολο να συμπληρώνουν ωράριο εργασίας στα σχολεία που υπηρετούσαν έως τώρα.

Ακόμη όμως και στην περίπτωση που γίνει δυνατή η παραμονή στην περιοχή, πιθανότατα με ελάχιστο ή ανύπαρκτο ωράριο διδασκαλίας, είτε με κάποια εξωδιδακτική απασχόληση, είναι μάλλον δύσκολο να αισθάνεται κάποιος ικανοποιημένος. Αρκεί απλώς να αναλογιστεί ότι υπάρχει ενδεχόμενο να κληθεί να αντιμετωπίσει καταστάσεις όπως η αξιολόγηση, η εργασιακή εφεδρεία ή ακόμη και τις απολύσεις προσωπικού στο Δημόσιο Τομέα. Αυτή η προοπτική όμως είναι πιθανό να εξαντλήσει και τις ανοχές των υπολοίπων απέναντι σε όσους δεν ασκούν διδακτικό έργο ή απασχολούνται σε υπηρεσίες της εκπαίδευσης, προκαλώντας εντάσεις και προστριβές ακόμη και μεταξύ των ίδιων των μελών της εκπαιδευτικής κοινότητας.

Ιδιαίτερο προβληματισμό σε τέτοιες καταστάσεις θα πρέπει να προκαλεί και η συνολική στάση των συνδικαλιστικών ενώσεων. Ενώ πρεσβεύουν την προάσπιση εργασιακών δικαιωμάτων και την προστασία από αυθαιρεσίες της διοίκησης, στο συγκεκριμένο ζήτημα των μεταθέσεων δεν έχει υπάρξει κάποια σαφής παρέμβαση. Αυτή η ανοχή όμως, ενθαρρύνει αυθαιρεσίες στον υπολογισμό των αναγκών και κατ’ επέκταση στον αριθμό των μετατιθεμένων εκπαιδευτικών, θέτοντας μάλιστα σε εργασιακή αβεβαιότητα πολύ περισσότερους εκπαιδευτικούς από όσους τελικά ωφελούνται. Είναι αναμενόμενο λοιπόν όλοι αυτοί οι εκπαιδευτικοί, να τεθούν πολύ σύντομα αντιμέτωποι με τις κρίσεις της Διοίκησης, για την τελική τοποθέτηση ή διάθεσή τους.

Ίσως η απουσία αντιδράσεων να οφείλεται στο ότι οι παρεμβάσεις και σε αυτό το επίπεδο γίνονται επιλεκτικά και με γνώμονα κυρίως το μέγιστο δυνατό όφελος. Βέβαια δεν θα πρέπει να παραξενευόμαστε από το να επικρατεί η άποψη πως το μέγιστο δυνατό όφελος προσδιορίζεται με την αύξηση του αριθμού των μετατιθεμένων εκπαιδευτικών, ακόμη και έναντι της διασφάλισης των δικαιωμάτων όλων των υπολοίπων. Ίσως πάλι, η ανοχή στο ενδεχόμενο αυθαιρεσιών που επιτρέπονται στο υπάρχον σύστημα μεταθέσεων, να εξυπηρετεί άλλες επιδιώξεις οι οποίες υλοποιούν το μέγιστο όφελος σε μεταγενέστερο χρόνο, μέσω των αποσπάσεων των εκπαιδευτικών. Και βέβαια, δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει και η περίπτωση του ίδιου του προσωπικού οφέλους, όταν και οι ίδιοι οι αιρετοί εκπρόσωποι αρκετές φορές διεκδικούν κάποια εργασιακή μετακίνηση, είτε με μετάθεση είτε με απόσπαση.

Σε κάθε περίπτωση όμως θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι στα όποια σφάλματα καταγράφονται στο σύστημα μεταθέσεων, βαρύνονται και οι ίδιοι από το ανάλογο μερίδιο ευθύνης. Αρκεί μόνο να αναλογιστούμε ότι στα υπηρεσιακά συμβούλια συμμετέχουν σε σημαντικό αριθμό και οι αιρετοί εκπρόσωποι των εργαζομένων. Και βέβαια, ας μην παραβλέπουμε το γεγονός ότι σε αυτά τα Υπηρεσιακά Συμβούλια καταγράφονται και ελέγχονται τα κενά και πλεονάσματα των εκπαιδευτικών της περιοχής, οπότε και γίνεται και η τελική έγκριση με τις προτάσεις προς το Υπουργείο. Και τέλος, είναι τα ίδια Συμβούλια που θα κληθούν αργότερα να συνεδριάσουν και να αποφασίσουν για τις μετακινήσεις και τις τοποθετήσεις των εκπαιδευτικών.

Η καταγραφή ορισμένων κρίσιμων στοιχείων στο υφιστάμενο σύστημα μεταθέσεων των εκπαιδευτικών που προηγήθηκε, είχε ως σκοπό να αναδείξει την αναγκαιότητα παρεμβάσεων. Η ανάγκη αυτή γίνεται πιο επιτακτική, εάν αναγνωρίσουμε το σύστημα των μεταθέσεων ως μέρος ενός ευρύτερου και πιο σύνθετου ζητήματος που καθορίζει τις μετακινήσεις και τοποθετήσεις του εκπαιδευτικού προσωπικού, την απόδοση οργανικών θέσεων, τις αποσπάσεις και βέβαια τους διορισμούς και τις προσλήψεις αναπληρωτών. Πρόκειται δηλαδή για ένα ζήτημα που επηρεάζει το σύνολο τους εκπαιδευτικού προσωπικού των σχολείων σε αρκετές περιόδους του εργασιακού του βίου.

Μία αρχική παρέμβαση θα μπορούσε να εφαρμοστεί σχετικά εύκολα, αρκεί να είχε υλο-ποιηθεί μία εξαγγελία και να είχε εφαρμοστεί μία υποχρέωση.

Η εξαγγελία αφορούσε στον προσδιορισμό και την κοινοποίηση κενών και πλεονασμάτων σε κάθε σχολείο ανά περιοχή ξεχωριστά, με στόχο οι μετακινήσεις των εκπαιδευτικών να γίνονται απευθείας στα σχολεία σύμφωνα με τις πραγματικές ανάγκες σε διδακτικό έργο. Με αυτόν τον τρόπο οι ενδιαφερόμενοι εκπαιδευτικοί θα γνώριζαν εκ των προτέρων τις ανάγκες των σχολείων της περιοχής που τους ενδιαφέρει, ώστε να σταθμίζουν καταστάσεις και να προγραμματίζουν τις επιλογές τους. Παράλληλα ή έγκριση μετάθεσης άμεσα σε σχολείο και όχι σε περιοχή, θα απάλλασσε τα Υπηρεσιακά Συμβούλια από αρκετές εργασίες και φυσικά θα προστάτευε και τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς από απρόοπτα κατά τις τοποθετήσεις τους.

Η υποχρέωση αφορά στην δημοσιοποίηση και ανάρτηση στο διαδίκτυο των σχετικών αποφάσεων για τα κενά και πλεονάσματα, όπως προβλέπεται άλλωστε στο πρόγραμμα ΔΙΑΥΓΕΙΑ. Καθώς τα στοιχεία που συλλέγονται, ελέγχονται και κρίνονται στις συνεδριάσεις των Υπηρεσιακών Συμβουλίων, αποτελούν πράξεις αυτών, οι οποίες στη συνέχεια προωθούνται για τελική έγκριση προς το Υπουργείο. Άλλωστε στο πλαίσιο της Διαφάνειας στη Δημόσια Διοίκηση υλοποιήθηκε το πρόγραμμα ΔΙΑΥΓΕΙΑ με κύρια αναφορά στην κοινοποίηση και ανάρτηση στο διαδίκτυο όλων των διοικητικών πράξεων ώστε να είναι στη διάθεση και την κρίση των πολιτών.

Είναι απαραίτητο τέλος να αποδοθούν τα εύσημα σε ορισμένες Διευθύνσεις Εκπαίδευσης, οι οποίες ανήρτησαν όλα τα σχετικά με τις μεταθέσεις στοιχεία στις ιστοσελίδες που διατηρούν, ακόμη και κατά σχολείο. Αν και ως ποσοστό του γενικότερου συνόλου είναι ουσιαστικά ελάχιστο, εντούτοις δεν παύει να αποτελεί για αξιέπαινη προσπάθεια, η οποία αποδεικνύει ότι υπάρχει η βούληση, η δυνατότητα αλλά και τα μέσα για να υλοποιηθούν άμεσα ορισμένες νέες προσεγγίσεις.

Σε αντιπαραβολή, από τους ονομαστικούς πίνακες των μετατιθεμένων εκπαιδευτικών που έδωσε στη δημοσιότητα το Υπουργείο Παιδείας Δ.Β.Μ.Θ. απουσίαζαν αυτή τη φορά στοιχεία που ανέφεραν και την περιοχή προέλευσης από την οποία είχε μετακινηθεί ο κάθε εκπαιδευτικός. Η μόνη αναφορά ήταν στην περιοχή μετάθεσης, καθιστώντας πρακτικά αδύνατη την εξέταση και την ανάλυση των συνολικών μετακινήσεων της κάθε περιοχής από εξωτερικούς αναλυτές. Ίσως να πρόκειται απλά για μία ακούσια ενέργεια ή για εσφαλμένη κρίση σχετικά με την χρησιμότητα αυτών των στοιχείων, αλλά δεν παύει να αποτελεί αρνητικό δείγμα επιστροφής σε παλαιότερες πρακτικές, όταν η απόκρυψη στοιχείων καθιστούσε αδύνατο τον κάθε έλεγχο και ενθάρρυνε αυθαιρεσίες. Αναμφισβήτητα τέτοιες ενέργειες προκαλούν έντονο προβληματισμό για τη σκοπιμότητά τους, ιδιαίτερα όταν λαμβάνονται σε μία κρίσιμη για την ελληνική κοινωνία περίοδο.

Η.Ι.Κ.


Σχετικές αναφορές

Α. Στατιστικά δεδομένα δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης 2008-2009 (ανάκτηση 17-04-2012)
http://archive.minedu.gov.gr/docs/2008_2009_091216.zip

Β. Μεταθέσεις Εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης
http://static.diavgeia.gov.gr/doc/Β4ΩΗ9-Β5Ψ

Προσθήκη νέου σχολίου

Η υποβολή σχολίων από τα Εγγεγραμμένα Μέλη γίνεται αυτόματα.

Οι απλοί επισκέπτες θα πρέπει πρώτα να περιμένουν να εγκριθεί η δημοσίευση του σχολίου τους.

Παρακαλούμε να χρησιμοποιείτε ελληνικούς χαρακτήρες.

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Google+

Twitter

Προτεινόμενα

© 2007-2017 Klimaka.gr. All Rights Reserved.